Η ανάσχεση των οικονομικών προεκτάσεων της επιβολής δασμών από τρίτες χώρες

Η πρόθεση επιβολής επιπρόσθετων δασμών σε εισαγωγές από τρίτες χώρες με κεντρικό παρονομαστή στην εξίσωση τις εισαγωγές από την Κίνα, αποτελεί ζήτημα κομβικής σημασίας για τους πέραν των 450 εκατομμυρίων πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Προφανώς το ζήτημα άπτεται ευρύτερων θεμάτων που αφορούν στην παγκόσμια οικονομία. Από της εγκαταστάσεως του Προέδρου Τραμπ των ΗΠΑ, η οικονομία μετατράπηκε σε γεωοικονομία και εργαλείο εξωτερικής πολιτικής. Ως κάλλιον θυμόμαστε από τις πρώτες ενέργειες του Προέδρου Τραμπ ήταν η αύξηση των δασμών για προϊόντα που εισάγονται στις ΗΠΑ ακόμη και από χώρες με τις οποίες η χώρα έχει εμπορικές συμφωνίες (βλ. Ε.Ε., Ηνωμένο Βασίλειο, Καναδάς). Αν και τότε το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ απέρριψε την νομιμότητα του προεδρικού διατάγματος, η πολιτική Τραμπ συνεχίστηκε και μάλιστα στο πνεύμα αυτής της πολιτικής μετακυλίστηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Πέραν τούτων, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι οι εμπορικές συναλλαγές με την Κίνα σε επίπεδο Ε.Ε. έχουν αυξηθεί ραγδαία τα τελευταία χρόνια, ειδικότερα μετά την έναρξη υλοποίησης του «νέου δρόμου του μεταξιού» ο οποίος προσφέρει για την Κίνα την απαραίτητη διέξοδο από την γεωγραφική απομόνωσή της, μέσω της δημιουργίας οικονομικών εξαρτήσεων αμφοτερίζοντων για τους συμμετέχοντες στον νέο δρόμο του μεταξιού. Ένεκα της επιβολής δασμών από τις ΗΠΑ για Ευρωπαϊκά προϊόντα, η Ευρωπαική Ένωση προφανώς στράφηκε προς Ανατολάς αντί Δυσμάς με αποτέλεσμα την αύξηση των εμπορικών σχέσεων με την Κίνα. Τούτο όμως, δημιούργησε το εξής παράδοξο: οι μικρομεσαίες στις επιχειρήσεις της Ε.Ε. παρουσίασαν μείωση του όγκου εργασίας τους αφού από τη μια το μειωμένο κόστος εισαγωγής κινεζικών προϊόντων προς την Ε.Ε. επωφελεί στον υπέρτατο βαθμό τους Ευρωπαίους καταναλωτές και από την άλλη το αυξημένο κόστος παραγωγής αντίστοιχων προϊόντων στην Ε.Ε. δημιουργεί «πληθωριστικές» τάσεις όσον αφορά στην τελική τιμή του ίδιου προϊόντος.

Τα άνωθεν, δημιούργησαν ένα συστημικό πρόβλημα, ήτοι τον περιορισμό της παραγωγικότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων της Ε.Ε., την μη ανταγωνιστικότητα των τιμών απέναντι στα κινεζικά προϊόντα και, ως απώτερη συνέπεια, την μείωση θέσεων εργασίας σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις παραγωγής προϊόντων προσιτών προς τους καταναλωτές. Επιπρόσθετα, οι τελευταίες γεωπολιτικές εξελίξεις που αφορούν στον πόλεμο στο Ιράν, η διατάραξη των εμπορικών οδών και η διάρρηξη της εφοδιαστικής αλυσίδας δημιούργησαν επιπρόσθετες πληθωριστικές τάσεις και αύξηση των τιμών. Για αυτούς ακριβώς τους λόγους η πρόταση που τίθεται πλέον στο τραπέζι είναι η επιβολή επιπρόσθετων, αυξημένων δασμών για εισαγωγή προϊόντων στην ΕΕ από τρίτες χώρες.

Από τη μια, μια τέτοια πολιτική θα περιορίσει το πλήγμα στις ΜΜΕ της Ευρώπης, γεγονός το οποίο κρίνεται θετικό ενόψει των περιοριστικών λόγων που έχουν παρατεθεί ανωτέρω, αλλά από την άλλη η πολιτική αυτή θα δημιουργήσει επιπρόσθετο κόστος εις βάρος των καταναλωτών. Σε τέτοιες περιπτώσεις, επιστρέφουμε πίσω στις βασικές αρχές της οικονομίας: αφενός, υπάρχει ανάγκη για προσφορά και ζήτηση και αφετέρου, πρέπει να επιμετρηθούν παράγοντες κόστους – οφέλους. Όσον αφορά στο δεύτερο ζήτημα, αυτού του κόστους – οφέλους, θα πρέπει να αναλογιστούμε το κόστος (προφανώς αυξημένο για τον Ευρωπαίο καταναλωτή) και όφελος (προφανώς προσπάθεια περιορισμού των αρνητικών επιπτώσεων στις ΜΜΕ της Ευρώπης).

Για να γίνει αποδεκτή μια τέτοια πρόταση, θα πρέπει πραγματικά να υπάρξει ξεκάθαρη και σαφής αναφορά σε αυτόν ακριβώς τον παράγοντα, με διαφάνεια και ορθολογισμό. Αλλιώς, το κόστος θα παραμείνει για ακόμα μια φορά στους καταναλωτές, που ούτως ή άλλως επιβαρύνονται από πολιτικές που δεν ενέχουν το κριτήριο της μακροπρόθεσμης στρατηγικής για την απάμβλυνση των οικονομικών προεκτάσεων της γεωοικονομίας.

Print Friendly, PDF & Email